Μελέτες - Έρευνες Πρωτοσέλιδα

Deloitte: Ηπιότερες οι επιπτώσεις της πανδημίας στην ελληνική ξενοδοχία

architectural photography of gray granite swimming pool and outdoor lounge at beach side

Πανευρωπαϊκή έρευνα της Deloitte για τις επιπτώσεις και τον αντίκτυπο του κορωνοϊού στον ξενοδοχειακό κλάδο, καταδεικνύει τη συγκριτικά καλύτερη θέση στην οποία έχει τη δυνατότητα να βρεθεί η Ελλάδα ως τουριστικός προορισμός έναντι ανταγωνιστικών χωρών, καθώς βάσει των εκτιμήσεων των ερωτώμενων οι επιπτώσεις της πανδημίας στον ξενοδοχειακό κλάδο της χώρας μας ενδέχεται να είναι ηπιότερες, σε σύγκριση με χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία.

Η έρευνα με τίτλο “Hotel Industry Sentiment Survey – March 2021” πραγματοποιήθηκε από την εξειδικευμένη ομάδα της Deloitte στον κλάδο της Φιλοξενίας και Ψυχαγωγίας (Hospitality & Leisure) και βασίστηκε σε πρωτογενή δεδομένα και στοιχεία που συλλέχθηκαν μέσω ερωτηματολογίων και συνεντεύξεων από έναν σημαντικό αριθμό επενδυτών, επιχειρηματιών και ανώτερων στελεχών επιχειρήσεων του κλάδου από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Γερμανία, Ισπανία, Ιρλανδία, Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία, κ.ά.).

Τα συμπεράσματα της έρευνας δείχνουν για άλλη μια φορά το γεγονός ότι οι επιπτώσεις του COVID-19 διαρκούν περισσότερο από ό,τι αρχικά αναμενόταν και έχουν επιφέρει ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στα οικονομικά αποτελέσματα και τη λειτουργία των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.

Αυτό φαίνεται άλλωστε και από την ανησυχία που εκφράζεται από τους φορείς του ελληνικού ξενοδοχειακού κλάδου σχετικά με τη σημαντική απώλεια ρευστότητας, εξαιτίας τόσο του ανείσπρακτου τζίρου του 2020 όσο και της συρρίκνωσης των προκαταβολών για το 2021. Σε αυτά προστίθεται και η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα για την εξέλιξη της πανδημίας, την επιστροφή στην κανονικότητα και την ανάκαμψη του τουρισμού στα προ-κορωνοϊού επίπεδα.

Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 24 Φεβρουαρίου 2021 – 10 Μαρτίου 2021 εξετάζει τις προοπτικές ανάκαμψης και τον αντίκτυπο της πανδημίας στον ευρωπαϊκό ξενοδοχειακό κλάδο, ενώ παράλληλα παρουσιάζει τις βασικές στρατηγικές προτεραιότητες τόσο για τις επιχειρήσεις του κλάδου όσο και για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναφορικά με τα μέτρα στήριξης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα:

  • Ο αντίκτυπος στον ξενοδοχειακό κλάδο εξαιτίας του COVID-19 αναμένεται να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, με το 71% των ερωτηθέντων να εκτιμούν ότι θα διαρκέσει και πέραν του 2021 (έναντι 59% στην αντίστοιχη έρευνα τον Οκτώβριο 2020) και το 24% να αναμένει ότι θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι το 2023.
  • Επιπλέον, οι ερωτηθέντες φάνηκαν λιγότερο αισιόδοξοι σχετικά με την ανάκαμψη του ευρωπαϊκού ξενοδοχειακού κλάδου, καθώς το 90% πιστεύει πλέον ότι η επιστροφή στα προ COVID-19 επίπεδα δεν θα επέλθει πριν το 2023, ενώ το 38% αναμένει ανάκαμψη από το 2024 και έπειτα.
  • Σε επίπεδο βραχυπρόθεσμων προτεραιοτήτων, η διαχείριση της ρευστότητας (cash flow / cash management) παραμένει στην κορυφή και ακολουθούν οι συναλλαγές / επέκταση των δραστηριοτήτων, ενώ πτωτική τάση σε σχέση με προηγούμενες έρευνες εμφανίζουν τα θέματα χρηματοδότησης / διαχείρισης δανειστών καθώς και η δυνατότητα εξ αποστάσεως εργασίας.
  • Περίπου οι μισοί από τους ερωτηθέντες τροποποιούν τους όρους δανεισμού ή/και αναβάλλουν τις πληρωμές τους, ενώ το 38% εξετάζει το ενδεχόμενο αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης του επιχειρηματικού μοντέλου ή/και των επιχειρησιακών λειτουργιών τους.
  • Η πλειονότητα των ερωτηθέντων αναμένει από τις εκάστοτε κυβερνήσεις να δώσουν προτεραιότητα σε μέτρα φορολογικών απαλλαγών /ελαφρύνσεων, ενώ κρίνει σημαντικό το θέμα της λήψης μέτρων που θα επιτρέψουν την επανέναρξη των ταξιδιών. Θέματα όπως η κάλυψη του μισθοδοτικού κόστους και η υποστήριξη με τη μορφή κρατικών επιχορηγήσεων, αναστολών πληρωμών, κτλ. παραμένουν ψηλά σε προτεραιότητα αλλά με φθίνουσα σημασία.
  • Η οικονομική δυσχέρεια και τα προβλήματα στον ξενοδοχειακό κλάδο πρόκειται να οδηγήσουν σε αναγκαστικές πωλήσεις ξενοδοχειακών μονάδων και επιχειρήσεων, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα εκτιμούν ότι το φαινόμενο των αναγκαστικών πωλήσεων θα είναι πιο έντονο στην Ισπανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Πορτογαλία και στην Ιταλία, ενώ η Ελλάδα ακολουθεί σε ένα δεύτερο επίπεδο, μαζί με χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιρλανδία.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας και εστιάζοντας στην Ελλάδα, ο κ. Βασίλης Καφάτος, Partner, Clients & Industries Leader της Deloitte, και επικεφαλής του κλάδου του τουρισμού, δήλωσε: «Η χώρα μας και ο εγχώριος ξενοδοχειακός κλάδος καλούνται να αντιμετωπίσουν τόσο την τωρινή συγκυρία, όσο και μία σειρά προκλήσεων που θα προκύψουν με την επιστροφή σε μια νέα κανονικότητα. Οι προκλήσεις αυτές θα φέρουν σημαντικές αλλαγές στον κλάδο, όπως αναγκαστικές πωλήσεις, εμφάνιση νέων παικτών στην αγορά και δημιουργία μεγαλύτερων ομίλων που θα έχουν στην ιδιοκτησία τους και θα διαχειρίζονται περισσότερες ξενοδοχειακές μονάδες. Ωστόσο, εκτιμώ ότι με το τέλος της πανδημίας θα δημιουργηθούν και σημαντικές ευκαιρίες οικονομικής ανάταξης για τον κλάδο στη χώρα, προοπτική που ενισχύεται και από το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις στις επιλογές των ευρωπαίων πολιτών και των μεγάλων tour operators, κάτι που μπορεί να έχει πλέον δημιουργήσει μια διαφορετική προσδοκία αλλά και τις πραγματικές βάσεις για να αναδυθεί η χώρα μας ενισχυμένη ως προορισμός μετά την κρίση, οδηγώντας τον ελληνικό τουρισμό σε μια νέα εποχή».

Η εν λόγω έρευνα είναι η δέκατη σε μία σειρά αντίστοιχων ερευνών που ξεκίνησαν από την Deloitte τον Μάρτιο του 2020 και έχουν ως κύριο στόχο τη διαχρονική παρακολούθηση των επιπτώσεων και του αντίκτυπου του COVID-19 στον ευρωπαϊκό ξενοδοχειακό κλάδο καθώς και των προτεραιοτήτων και των εκτιμήσεων των επενδυτών και επιχειρήσεων του κλάδου, στο πλαίσιο της περιόδου έντονης αβεβαιότητας που διανύουμε.

Μοιραστείτε τα νέα

Similar Posts

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.